

| Δοσολογία | Συσκευασία | Τιμή ανά δόση | Τιμή | |
|---|---|---|---|---|
| 10mg | 360 δισκία | €0,85 | €361,47 €307,25 Καλύτερη τιμή | |
| 10mg | 180 δισκία | €0,93 | €195,43 €166,11 | |
| 10mg | 120 δισκία | €1,01 | €143,54 €122,01 | |
| 10mg | 90 δισκία | €1,15 | €121,05 €102,90 | |
| 10mg | 60 δισκία | €1,28 | €89,92 €76,43 | |
| 10mg | 30 δισκία | €1,47 | €51,87 €44,09 | |
| 25mg | 360 δισκία | €1,22 | €517,13 €439,56 | |
| 25mg | 180 δισκία | €1,32 | €280,17 €238,15 | |
| 25mg | 120 δισκία | €1,44 | €204,07 €173,46 | |
| 25mg | 90 δισκία | €1,54 | €164,29 €139,65 | |
| 25mg | 60 δισκία | €1,76 | €124,51 €105,84 | |
| 25mg | 30 δισκία | €1,96 | €69,17 €58,79 | |
| 50mg | 360 δισκία | €1,84 | €778,29 €661,55 Δημοφιλές | |
| 50mg | 180 δισκία | €2,03 | €428,92 €364,58 | |
| 50mg | 120 δισκία | €2,25 | €318,23 €270,49 | |
| 50mg | 90 δισκία | €2,41 | €255,96 €217,57 | |
| 50mg | 60 δισκία | €2,68 | €188,51 €160,23 | |
| 50mg | 30 δισκία | €2,94 | €103,76 €88,19 | |
| 100mg | 180 δισκία | €2,46 | €520,59 €442,50 | |
| 100mg | 120 δισκία | €2,56 | €361,47 €307,25 | |
| 100mg | 90 δισκία | €2,71 | €287,09 €244,03 | |
| 100mg | 60 δισκία | €2,94 | €207,53 €176,40 | |
| 100mg | 30 δισκία | €3,43 | €121,05 €102,90 |
Σημείωση ασφαλείας: Το παρόν φυλλάδιο ενημέρωσης δεν αντικαθιστά την προσωπική ιατρική συμβουλή. Για ακριβείς οδηγίες και εξατομικευμένες συμβουλές, ενημερωθείτε από φαρμακοποιό ή ιατρό.
Το mellaril (θειοριδαζίνη) είναι αντιψυχιατρικό φάρμακο της κατηγορίας των φαινοθειαζινών. Ο κύριος θεραπευτικός σκοπός είναι η μείωση των ψυχωτικών συμπτωμάτων σε άτομα με σχιζοφρένεια ή άλλες διαταραχές ψύχωσης. Η χορήγηση πραγματοποιείται υπό ιατρική επίβλεψη, με στόχο τον περιορισμό της υπερκινητικότητας, της ψυχωτικής αποδιοργάνωσης και της εξασθένησης της διάνοιας.
Αναγνωρίζεται ότι το φάρμακο δρα μέσω αποκλεισμού of προσωπικών νευρικών οδών σε πολλές περιοχές του εγκεφάλου, με αποτέλεσμα την κατάλληλη μείωση δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την ψύχωση. Η βιολογική δράση εξαρτάται από τη δόση, τον χρόνο θεραπείας και την ατομική ανταπόκριση του οργανισμού. Η λήψη αποσκοπεί στη βελτίωση των ψυχικών λειτουργιών και στην αποκατάσταση της καθημερινής ικανότητας διαχείρισης των δραστηριοτήτων.
Η χημική ουσία διαπερνά τον πύλη της πεπτικής οδού και δεσμεύεται σε διάφορους υποδοχείς στον εγκέφαλο και το περιφερικό νευρικό σύστημα, με αποτέλεσμα τόσο τα κλινικά οφέλη όσο και ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι κλινικοί αξιολογούν περιοδικά την ανταπόκριση και τη συμβατότητα του φαρμάκου με τις υπόλοιπες θεραπείες. Η επιλογή αυτού του φαρμάκου γίνεται βάση ατομικού θεραπευτικού σχεδιασμού και ιατρικής κρίσης.
Αντενδείκνυται σε περιπτώσεις γνωστής υπερευαισθησίας στο φάρμακο ή σε συνθήκες σοβαρής κεντρικής καταστολής. Επίσης απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση σε ασθενείς με παράγειες καρδιαγγειακές διαταραχές ή ιστορικό προβλημάτων οφειλόμενων σε αρρυθμίες. Οι αποφάσεις για έναρξη ή συνέχιση θεραπείας λαμβάνονται από τον θεράποντα ιατρό με βάση τα επιμέρους δεδομένα υγείας.
Οι επίσημες ενδείξεις περιλαμβάνουν τη διαχείριση συμπτωμάτων ψύχωσης σε διαταραχές όπως η σχιζοφρένεια. Αποσκοπεί στη μείωση της ψυχικής αστάθειας, στην αποκατάσταση της ικανότητας αντίληψης και στη βελτίωση της καθημερινής λειτουργικότητας. Η χορήγηση συνιστάται στο πλαίσιο συνδυαστικής θεραπείας μαζί με άλλες ψυχιατρικές αγωγές όταν κρίνεται απαραίτητο.
Μερικές περιπτώσεις ορίζονται για τη διαχείριση ορισμένων συναισθηματικών ή συμπτωματικών στροφών κατά τη διάρκεια έντονων επεισοδίων ψύχωσης, όταν οι συνήθεις εναλλακτικές αγωγές δεν επαρκούν. Η απόφαση για χρήση σε οξεία φάση νοείται μετά από κλινική αξιολόγηση των κινδύνων και των οφελών. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε κάθε ασθενή πρέπει να αξιολογούνται στενά.
Η χορήγηση πραγματοποιείται βάσει ειδικού πρωτοκόλλου από επαγγελματία υγείας, με προσαρμογή ανάλογα με την ανταπόκριση και την ανεκτικότητα του οργανισμού. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η θεραπεία μπορεί να προσαρμοστεί ή να διακοπεί ανάλογα με την πορεία της νόσου και τις ανεπιθύμητες ενέργειες. Η παρακολούθηση περιλαμβάνει συχνές επανεξετάσεις και προσαρμογές ανάλογα με την πορεία της ύφεσης των συμπτωμάτων.
Off-label χρήση αναφέρεται όταν το φάρμακο χρησιμοποιείται σε δόσεις, ενδείξεις ή πληθυσμούς για τους οποίους δεν έχει επίσημη έγκριση. Σε κάποιες περιπτώσεις αυτό ενδέχεται να εφαρμοστεί όταν ο θεράπων ιατρός κρίνει ότι τα οφέλη υπερτερούν των κινδύνων, υπό αυστηρή παρακολούθηση. Η απόφαση για off-label χορήγηση λαμβάνεται με προσεκτική κρίση και ενημέρωση του ασθενούς.
Οι πιθανές off-label χρήσεις εξαρτώνται από την άρθρωση μεταξύ κλινικής εμπειρίας, εθνικών κατευθυντήριων γραμμών και ατομικής κατάστασης. Απαιτείται συστηματική παρακολούθηση παρενεργειών και ανταπόκρισης, καθώς οι ενδείξεις σε αυτές τις χρήσεις μπορεί να διαφέρουν από τις επίσημες. Σε κάθε περίπτωση, οι αποφάσεις λαμβάνονται από τον ιατρό με βάση τον κίνδυνο-οφέλος για τον κάθε ασθενή.
Η επικοινωνία με το φαρμακοποιό ή τον θεράποντα ιατρό είναι κρίσιμη προκειμένου να διασαφηνιστεί η σκοπιμότητα της off-label χρήσης, οι πιθανές αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και οι ειδικές προφυλάξεις. Οι ασθενείς οφείλουν να ενημερώνουν για όλες τις συνταγογραφούμενες ουσίες, συμπληρώματα ή αλκοολούχα ποτά που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών.
Σε κάθε περίπτωση, η off-label χρήση πρέπει να τεκμηριώνεται από την ιατρική κρίση και να υποστηρίζεται από επαρκή παρακολούθηση. Η πορεία θεραπείας πρέπει να αναθεωρείται τακτικά προκειμένου να αποφεύγονται περιπτώσεις υπερδοσολογίας ή αλληλεξαρτήσεων με άλλα φάρμακα.
Απλό επίπεδο κατανόησης: το mellaril μπλοκάρει σημαντικούς υποδοχείς ντοπαμίνης στον εγκέφαλο, με αποτέλεσμα τον περιορισμό της υπερδιέγερσης που συνδέεται με τα ψυχωτικά συμπτώματα. Αυτή η δράση βοηθά στη μείωση του συναισθήματος διεγέρσεως και στη βελτίωση της σκέψης, της αντίληψης και της συμπεριφοράς.
Σε φαρμακολογικό επίπεδο: η θειαζίνη αποκλείει τον μεσαίωνα D2 (δόπαμινergic) και άλλους υποδοχείς στον κεντρικό και περιφερικό νευρικό system. Αυτό οδηγεί σε μείωση της δραστηριότητας των νευρικών κυττάρων που σχετίζονται με τα ψυχικά συμπτώματα, αλλά μπορεί να προκαλέσει και παρενέργειες όπως υπνηλία ή αδράνεια. Παράλληλα, η επίδραση σε υποδοχείς όπως ιστοαμινεργικοί, α-αδρενεργικοί και χολινεργικοί συμβάλλει σε δυσκινητικές αλλαγές και καταστολή· ορισμένες από τις επιδράσεις περιλαμβάνουν αυξημένη πιθανότητα κατακράτησης ούρων, ξηροστομία και ορθοστατική υπόταση.
Η μακροχρόνια χρήση συνδέεται με διαταραχές του καρδιακού ρυθμού λόγω επιβράδυνσης της ηλεκτρικής αγωγής της καρδιάς. Η επίδραση στην συμπεριφορά οφείλεται σε ένα συνδυασμό κεντρικών και περιφερικών δράσεων. Η κατανόηση του μηχανισμού διευκολύνει την εκτίμηση κλινικών οφελών έναντι πιθανών κινδύνων.
Επιπλέον, ο φαρμακοκινητικός μηχανισμός περιλαμβάνει απορρόφηση από το γαστρεντερικό σύστημα, κατανομή στον ιστό και μεταβολισμό από το ήπαρ με έκβαση απέκκρισης μέσω των ούρων και των κοπράνων. Οι φάσεις αυτές επηρεάζονται από το φύλο, την ηλικία, τη λειτουργία των οργάνων και τα φάρμακα συνεργίας. Αυτές οι παράμετροι απαιτούν προσεκτική παρακολούθηση σε μακροχρόνια θεραπεία.
Η δοσολογία και ο ρυθμός χορήγησης καθορίζονται από τον θεράποντα ιατρό βάσει της διάγνωσης, της σοβαρότητας των συμπτωμάτων και της ανταπόκρισης. Η έναρξη της θεραπείας απαιτεί εισαγωγή σε ευέλικτο και προσαρμοστικό πλάνο, με σταδιακή αύξηση ή μείωση ανάλογα με την ανταπόκριση και την ανοχή. Διενεργείται στενή παρακολούθηση καθ’ όλη τη διάρκεια της χρήσης.
Η χορήγηση μπορεί να γίνει με ή χωρίς πρόσθετες αγωγές, ανάλογα με τη συνολική θεραπευτική στρατηγική. Είναι σημαντικό να τηρείται ο ακριβής προγραμματισμός και να αποφεύγεται η μεταβολή της δοσολογίας χωρίς επικοινωνία με τον ιατρό ή τον φαρμακοποιό. Οι ευάλωτοι ασθενείς ή εκείνοι με συνυπάρχουσες παθήσεις χρειάζονται προσεκτική ρύθμιση.
Σε κάθε περίπτωση, ο ασθενής οφείλει να ακολουθεί τις οδηγίες σχετικά με τη λήψη, το χρόνο των γευμάτων και την αποφυγή απλών παρεμβάσεων που μπορεί να επηρεάσουν την απορρόφηση. Οι συνιστώμενες πρακτικές περιλαμβάνουν την αποφυγή αλκοόλ κατά τη διάρκεια της θεραπείας και την ενημέρωση για τη λήψη άλλων φαρμάκων προκειμένου να αποφευχθούν αλληλεπιδράσεις. Η τακτική παρακολούθηση αιματολογικών ή βιοχημικών παραμέτρων μπορεί να είναι χρήσιμη ανάλογα με την πορεία της νόσου.
Η διάρκεια της θεραπείας ποικίλλει ανάλογα με το είδος της ψυχιατρικής διαταραχής και την ανταπόκριση. Οι αποφάσεις για συνέχιση ή διακοπή της αγωγής γίνονται από τον ιατρό με βάση την κλινική εικόνα του ασθενούς. Σε περιπτώσεις ανάγκης διάγνωσης ή προσαρμογής, η επικοινωνία με τον φαρμακοποιό ή τον ιατρό είναι κρίσιμη για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της θεραπείας.
Οι βασικές αντενδείξεις περιλαμβάνουν γνωστή υπερευαισθησία στο φάρμακο ή σε άλλα φαινοθειαζίνης, σοβαρή κεντρική καταστολή, ή οξεία κατάσταση όπου ο οργανισμός δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε φαρμακευτική αγωγή. Επιπλέον, συνιστάται προσοχή σε άτομα με ιστορικό καρδιακών αρρυθμιών, συνθήκες που μπορούν να επιδεινωθούν από τη δράση του φαρμάκου στα κεντρικά και περιφερικά συστήματα.
Πιθανές παρενέργειες περιλαμβάνουν υπνηλία, επιλογές κινητικών διαταραχών (EPS), ξηροστομία, δυσκοιλιότητα, πτώσεις πίεσης και αλλαγές στην αρτηριακή πίεση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να παρουσιαστεί επιδείνωση της καρδιακής λειτουργίας, ειδικά όταν το φάρμακο συνδυάζεται με άλλα φάρμακα που επηρεάζουν την ηλεκτρική δραστηριότητα της καρδιάς. Πριν από την έναρξη θεραπείας πρέπει να γίνεται πλήρης ενημέρωση για φάρμακα που λαμβάνονται ταυτόχρονα.
Η χρήση κατά την εγκυμοσύνη πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά. Τα οφέλη για τη μητέρα πρέπει να σταθμίζονται έναντι των πιθανών κινδύνων για το έμβρυο. Ο θεράπων ιατρός ενημερώνει για τους πιθανούς κινδύνους και τις εναλλακτικές θεραπευτικές επιλογές. Σε περίπτωση εγκυμοσύνης ή σχεδιασμού κύησης, απαιτείται συνεννόηση με τον φροντιστή υγείας.
Για την ασφαλή χρήση, συνιστάται η προσεκτική παρακολούθηση από εξειδικευμένο υγειονομικό προσωπικό, ειδικά σε μακροχρόνια αγωγή ή όταν συνυπάρχουν άλλες καταστάσεις υγείας. Σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων όπως αστάθεια στη λειτουργία της καρδιάς, δυσχέρεια στην αναπνοή ή συμμετρικές κινήσεις που δεν περιορίζονται από την επιβράδυνση της σωματικής δραστηριότητας, πρέπει να ζητείται άμεση ιατρική συμβουλή.
| Φάρμακο | Κύριες ενδείξεις | Κύρια παρενέργεια |
|---|---|---|
| Mellaril (θειοριδαζίνη) | Ψύχωση, σχιζοφρένεια | Υπνηλία, EPS, δυνητικά αρρυθμίες |
| Chlorpromazine | Ψυχώσεις, εξασθένηση συναισθήματος | Υπνηλία, αντιχολινεργικές παρενέργειες |
| Haloperidol | Οξείες ψυχώσεις, επιλεκτικές καταστάσεις | Εκφάνσεις κινητικών διαταραχών, EPS |
Η παρακολούθηση και η επικοινωνία με τον ιατρό ή τον φαρμακοποιό είναι ουσιαστικής σημασίας για τη διαχείριση παρενεργειών. Οι μεταβολές στην ευαισθησία, η απότομη αλλαγή της πίεσης ή η έντονη υπνηλία πρέπει να αναφέρονται αμέσως. Η προσαρμογή της αγωγής γίνεται μόνο υπό ιατρική καθοδήγηση.
Κάθε ασθενής οφείλει να διατηρεί αρχείο των φαρμάκων που λαμβάνει, συμπεριλαμβανομένων των παρασκευασμάτων χωρίς ιατρική συνταγή. Ο φαρμακοποιός μπορεί να βοηθήσει στην αποφυγή αλληλεπιδράσεων και στην επιλογή εναλλακτικών φαρμάκων όταν χρειάζεται. Σε περίπτωση επικείμενης χειρουργικής επέμβασης ή λήψης άλλων φαρμάκων, ενημερώστε τον επαγγελματία υγείας για σωστή διαχείριση.
Αν πονούν ή εμφανίζονται συμπτώματα αλλεργικής απόκρισης, κνησμός ή εξάνθημα, ενδείκνυται άμεση ιατρική αξιολόγηση. Σε περίπτωση δυσφορίας ή οργανοληπτικής διαταραχής, ενημερώνεται ο ιατρός. Τακτικές εξετάσεις καρδιακής λειτουργίας, των οφθαλμών ή της ηπατικής λειτουργίας μπορεί να συστηθούν ανάλογα με την πορεία της θεραπείας.
Η ασφάλεια του φαρμάκου πρέπει να εξασφαλίζεται με διάβασμα του επίσημου φυλλαδίου, ενημέρωση για πιθανές αλληλεπιδράσεις με συμπληρώματα ή φάρμακα που χορηγούνται ταυτόχρονα και τήρηση των προβλεπόμενων ιατρικών παρακλήσεων. Σε κάθε περίπτωση, μη συγχέεται η συνταγή με αντιφατικά στοιχεία και αποφεύγεται η αυτοθεραπεία.
Η έναρξη των ευεργετικών αποτελεσμάτων μπορεί να διαφέρει ανά ασθενή. Συνήθως παρατηρείται διαφοροποίηση μέσα σε εβδομάδες, αλλά η πλήρης ανταπόκριση μπορεί να χρειαστεί περισσότερο χρόνο. Σε περίπτωση έλλειψης βελτίωσης ή επιδείνωσης, επικοινωνήθηκε άμεσα με τον ιατρό.
Αν ξεχαστεί δόση, ο φαρμακοποιός ή ο ιατρός θα δώσουν συγκεκριμένες οδηγίες. Συνήθως δεν πρέπει να διπλασιαστεί η δόση την επόμενη φορά. Η συνέχιση του προγράμματος χορήγησης όπως προβλέπεται από τον θεράποντα παραμένει κρίσιμη.
Το αλκοόλ μπορεί να ενισχύσει την καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος και να αυξήσει τον κίνδυνο παρενεργειών όπως υπνηλία και ζάλη. Συνιστάται αποφυγή ή περιορισμός της κατανάλωσης αλκοόλ κατά τη διάρκεια της θεραπείας, σύμφωνα με την αξιολόγηση του ιατρού.
Η διάρκεια της αγωγής καθορίζεται από τον ιατρό με βάση την εξέλιξη της διαταραχής και τα οφέλη της θεραπείας. Η διακοπή ή η μακροπρόθεσμη συνέχιση γίνεται σταδιακά, υπό ιατρική καθοδήγηση, για να μειωθούν οι πιθανές παρενέργειες και υποτροπές.
Κύριες παρενέργειες περιλαμβάνουν υπνηλία, καταστολή, διαταραχές κινητικής λειτουργίας (EPS), ξηροστομία, δυσκοιλιότητα και πιθανές καρδιακές αρρυθμίες. Κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται ανάλογα με τη σοβαρότητα και τον συνδυασμό φαρμάκων.
Σε οποιοδήποτε επεισόδιο ακανόνιστου καρδιακού ρυθμού, ζάλης ή οφθαλμικής αδιαφορίας, ζητείται άμεση ιατρική βοήθεια. Η ταχεία αξιολόγηση μπορεί να αποτρέψει σοβαρές επιπτώσεις και να προσαρμοστεί η αγωγή σύμφωνα με την κλινική εικόνα.
Η μακροχρόνια χρήση μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ορισμένων παρενεργειών, συμπεριλαμβανομένων των καρδιαγγειακών και νευρολογικών διαταραχών. Αξιολόγηση και περιοδικές εξετάσεις συνιστώνται, με στενή παρακολούθηση από τον θεράποντα ιατρό.
Η πιθανή υπνηλία ή ζάλη μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα οδήγησης ή τη λειτουργία μηχανοκίνητων εργαλείων. Μέχρι να καθοριστεί η προσωπική ανταπόκριση, συνιστάται προσοχή στις δραστηριότητες που απαιτούν σαφήνεια και συντονισμό.
Η χρήση κατά την εγκυμοσύνη πρέπει να αξιολογείται με προσοχή. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο ιατρός μπορεί να κρίνει ότι ο κίνδυνος για τον μητέρα υπερτερεί του κινδύνου για το έμβρυο. Πριν από τη λήψη, ενημερώνεται ο θεράπων για τα σχετικά οφέλη και κινδύνους.
Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα μπορούν να επηρεάσουν την αποτελεσματικότητα ή τον κίνδυνο παρενεργειών. Πριν από την έναρξη ή τη διακοπή οποιουδήποτε φαρμάκου, ενημερώνεται ο ιατρός ή ο φαρμακοποιός. Η λίστα των φαρμάκων πρέπει να κοινοποιείται τακτικά σε όλα τα εμπλεκόμενα επαγγελματικά σώματα υγείας.
Σε περίπτωση σημαντικής επιδείνωσης ή αλλεργικής αντίδρασης, ζητείται άμεση ιατρική βοήθεια. Δεν συνιστάται αυτοχειραγώγηση ή απόπειρα αυτοθεραπείας. Η επείγουσα φροντίδα μπορεί να απαιτεί άμεση ιατρική παρέμβαση και ενδονοσοκομειακή παρακολούθηση.
14–21 ημέρες. Δωρεάν από €175,02 .
5–9 ημέρες. €26,25
−10% κατά την πληρωμή με κρυπτονόμισμα.
−10% σε όλες τις επαναλαμβανόμενες παραγγελίες.
Όλες οι παραγγελίες συσκευάζονται σε ουδέτερα, χωρίς σήμα κουτιά χωρίς όνομα προϊόντος εξωτερικά.
