

| Δοσολογία | Συσκευασία | Τιμή ανά δόση | Τιμή | |
|---|---|---|---|---|
| 1,25mg | 360 δισκία | €1,04 | €468,73 €374,99 Καλύτερη τιμή | |
| 1,25mg | 180 δισκία | €1,07 | €240,69 €192,55 | |
| 1,25mg | 120 δισκία | €1,13 | €170,11 €136,09 | |
| 1,25mg | 90 δισκία | €1,20 | €135,72 €108,58 | |
| 1,25mg | 60 δισκία | €1,29 | €95,90 €76,72 | |
| 1,25mg | 30 δισκία | €1,55 | €57,90 €46,32 | |
| 2,5mg | 360 δισκία | €1,32 | €593,61 €474,89 | |
| 2,5mg | 180 δισκία | €1,40 | €316,71 €253,37 | |
| 2,5mg | 120 δισκία | €1,52 | €228,02 €182,42 | |
| 2,5mg | 90 δισκία | €1,64 | €184,59 €147,67 | |
| 2,5mg | 60 δισκία | €1,78 | €133,91 €107,13 | |
| 2,5mg | 30 δισκία | €1,95 | €74,19 €59,35 | |
| 2,5mg | 10 δισκία | €2,39 | €30,75 €24,60 | |
| 5mg | 360 δισκία | €1,81 | €814,42 €651,53 Δημοφιλές | |
| 5mg | 180 δισκία | €1,91 | €430,73 €344,58 | |
| 5mg | 120 δισκία | €2,04 | €305,85 €244,68 | |
| 5mg | 90 δισκία | €2,16 | €242,50 €194,00 | |
| 5mg | 60 δισκία | €2,33 | €175,54 €140,43 | |
| 5mg | 30 δισκία | €2,58 | €95,90 €76,72 | |
| 5mg | 10 δισκία | €3,23 | €39,80 €31,84 | |
| 10mg | 180 δισκία | €2,74 | €615,33 €492,27 | |
| 10mg | 120 δισκία | €2,79 | €419,87 €335,89 | |
| 10mg | 90 δισκία | €2,94 | €331,19 €264,95 | |
| 10mg | 60 δισκία | €3,08 | €231,64 €185,31 | |
| 10mg | 30 δισκία | €3,30 | €123,05 €98,44 | |
| 10mg | 10 δισκία | €3,78 | €47,04 €37,63 |
Μπορεί ο Ραμιπρίλης να βοηθήσει στην υπέρταση ή στην καρδιακή ανεπάρκεια;
Ο Ραμιπρίλης αποτελεί έναν αναστολέα μετατροπής αγγειοτασίνης (ACE), φάρμακο με αγωγή σε καρδιαγγειακές παθήσεις. Διεγείρει τη μετατροπή της αγγειοτασίνης I σε αγγειοτασίνη II, μειώνοντας έτσι τη φαινοτυπική αγγειοσύσπαση και την κατακράτηση νατρίου. Ως εκ τούτου προκαλεί αρτηριακή αγγειοδιαστολή, μείωση της αντίστασης και αποβολή νατρίου και ύδατος. Αυτά μεταφράζονται σε μείωση της αρτηριακής πίεσης και της επιβάρυνσης της αριστερής κοιλίας.
Η χορήγησή του γίνεται συνήθως με δισκία από του στόματος. Οργανικά το φάρμακο είναι προφάρμακο που μεταβολίζεται στο ήπαρ σε ενεργό μεταβολίτη (Ramiprilat), ο οποίος ευθύνεται για την κύρια φαρμακολογική του δράση. Ο ρυθμός απορρόφησης είναι αντίστοιχος με την προτεινόμενη δόση και η δόση μπορεί να προσαρμοστεί ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς.
Η διάρκεια της αντιυπερτασικής δράσης συνήθως επεκτείνεται σε ολόκληρη την ημέρα, επιτρέποντας συνήθως μία ή δύο ημερήσιες δόσεις. Η φαρμακοκινητική του προφάρμακου και του ενεργού μεταβολίτη ευθυγραμμίζεται με την απαιτούμενη σταθεροποίηση της αρτηριακής πίεσης σε μακροχρόνια θεραπεία. Ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία μπορεί να χρειαστούν ειδική εκτίμηση και προσαρμογή της δοσολογίας.
Οι κύριες ενδείξεις περιλαμβάνουν υπέρταση και καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένο κλάσμα εξόδου. Σε υπέρταση, ο Ραμιπρίλης συμβάλλει στη σταθεροποίηση της πίεσης μακροπρόθεσμα και σε ορισμένους ασθενείς προλαμβάνει την ανάπτυξη εξαρτώμενων επιπλοκών. Στην καρδιακή ανεπάρκεια, μειώνει τη μετατόπιση της αιμοδυναμικής πρόσθεσης και βελτιώνει τη λειτουργική ικανότητα της καρδιάς όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα.
Επιπλέον, σε ασθενείς μετά από έμφράγμα του μυοκαρδείου, η μείωση της εμφάνισης επανεμφράγματος και θανάτου έχει τεκμηριωθεί σε δειγματοληπτικές μελέτες. Ιδιαίτερα ευεργετικά φαίνονται τα οφέλη σε άτομα με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο και σε πρόληψη επιπλοκών από αγγειακή νόσο.
Σε διαβητική νεφροπάθεια τύπου 2 ή τύπου 1, ο Ραμιπρίλης συμβάλλει στη μακροπρόθεσμη προστασία του νεφρού μειώνοντας τη μικροαλβουμινουρία και επιβραδύνοντας τη νεφρική επιδείνωση όταν συνυπάρχει υπέρταση. Επίσης χρησιμοποιείται σε ορισμένες περιπτώσεις προστασίας από αγγειακή βλάβη σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών επεισοδίων, όπως προληπτική αποφυγή εγκεφαλικών ή στεφανιαίων εκδηλώσεων.
Δευτερεύουσες ενδείξεις περιλαμβάνουν τη μείωση του κινδύνου αρρυθμιών και τη συμβολή στην ομαλοποίηση της νεφρικής λειτουργίας σε επιλεγμένες συνθήκες νεφροαγγειακών βλαβών. Οι αποφάσεις για μακροπρόθεσμη χρήση βασίζονται σε προϋπάρχοντες συννοσηρότητες, στην ανεκτικότητα του φαρμάκου και στην αντίδραση του ασθενούς στη θεραπεία.
Ο Ραμιπρίλης εμποδίζει τον μετατροπέα αγγειοτασίνίνης (ACE), έναν ένζυμο που μετατρέπει την αγγειοτασίνη Ι σε την αγγειοτασίνη ΙΙ, μια ισχυρή αγγειοσυσταλτική ουσία. Με την αναστολή αυτού του μετατροπέα μειώνεται η παραγωγή αγγειοτασίνης II, με αποτέλεσμα τη μείωση της αγγειοσύσπασης και της αντίστασης των αιμοφόρων αγγείων.
Ταυτόχρονα, ο περιορισμός της αγγειοτασίνης II μειώνει την Αλδοστερόνη, με αποτέλεσμα απώλεια νατρίου και ύδατος. Αυτά οδηγούν σε μείωση του όγκου αίματος και της προφόρτισης της καρδιάς, βελτιώνοντας τη σωματική αντοχή στην άσκηση και μειώνοντας το μεταβολικό φορτίο.
Η αύξηση της δραστηριότητας της καλής αγγειοδιαστολής μέσω της διατήρησης της κλινικής ευελιξίας των αγγείων συμβάλλει περαιτέρω στη μείωση της αρτηριακής πίεσης. Επιπλέον, η συγκέντρωση bradykinin μπορεί να αυξηθεί, συνεισφέροντας σε ευνοϊκές επιδράσεις αγγειοδιαστολής, ο οποίος με τη σειρά του μπορεί να σχετίζεται με τον βήχα που συχνά συνδέεται με τα ACE-inhibitors.
Συνολικά, ο μηχανισμός δράσης οδηγεί σε βελτίωση της αιμάτωσης οργάνων, μείωση επιβάρυνσης της καρδιάς και προστασία δευτερογενών οργάνων από αγγειολογικές βλάβες, ιδίως σε συνθήκες υπέρτασης, καρδιακής ανεπάρκειας και μικροαγγειακών βλαβών.
Αντενδείξεις περιλαμβάνουν εγκυμοσύνη (φορεί κίνδυνο για το έμβρυο), κλασική δυσαρμονία του αγγειοτασίνης, ιστορικό αγγειοοιδήματος σχετιζόμενο με ACE-inhibitors και δυσλειτουργία νεφρών με προϋπάρχουσα στένωση σαλφονικού αγγείου. Ο ασθενής πρέπει να ενημερώνεται για τη σημασία της συνεχούς παρακολούθησης και της ιατρικής αξιολόγησης κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Κοινές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν ζάλη, κεφαλαλγία, κόπωση και βραδεία επίδραση μείωσης της αρτηριακής πίεσης. Ορισμένοι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν βήχα ή ξηρό αποφρακτικό βήχα λόγω αυξημένης συγκέντρωσης bradykinin.
Κίνδυνοι υπερκαλιαιμίας και επιδράσεις στη νεφρική λειτουργία αποτελούν ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με νεφρική διαδρομή ή λήψη αντιυπερτασικών φαρμάκων που αυξάνουν τα επίπεδα καλίου. Η παρακολούθηση της πλήρους ηλεκτρολυτικής ισορροπίας και της κρεατινίνης ούτως ή άλλως ενδείκνυται σε τακτική βάση μετά την έναρξη ή την προσαρμογή της δόσης.
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκων, όπως με μη στεριωτικά αντιφλεγμονώδη, καλιούχα σκευάσματα ή διουρητικά, μπορούν να ενισχύσουν τους κινδύνους υπερκαλιαιμίας ή αρνητικής επίδρασης στη νεφρική λειτουργία. Οι ασθενείς με συννοσηρότητα ή λήψη συναφή φάρμακα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας ή κατά τη μεταβολή της δόσης.
Για υπέρταση σε ενήλικες, η αρχική δόση συνήθως κυμαίνεται σε χαμηλό επίπεδο (π.χ., 2,5 mg ανά ημέρα) και προσαρμόζεται σταδιακά ανά 1–2 εβδομάδες έως την επιθυμητή αρτηριακή πίεση, με συνήθη μέγιστη δόση τα 20 mg ημερησίως. Η δοσολογία μπορεί να χορηγηθεί μία φορά ημερησίως ή σε δύο διαιρεμένες δόσεις ανάλογα με την ανταπόκριση.
Σε χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, συνιστάται προσεκτική έναρξη χαμηλής δόσης (π.χ., 1,25 mg ημερησίως) με σταδιακή αύξηση κάθε 1–2 εβδομάδες μέχρι τον επιθυμητό έλεγχο και έως 10 mg ημερησίως συνολικά («προσαρμοσμένη δοσολογία»). Η συγκεκριμένη προσαρμογή εξαρτάται από την ανοχή της υπόλοιπης θεραπείας και από την κλινική κατάσταση.
Μετά από έμφράγμα του μυοκαρδίου ή σε περιπτώσεις υψηλού κινδύνου για καρδιαγγειακές επιπλοκές, η δόση μπορεί να αρχίσει με μικρά επίπεδα και να αυξηθεί σταδιακά υπό ιατρική παρακολούθηση, συνήθως μέχρι 10–20 mg ημερησίως, ανάλογα με την ανοχή και την αιματολογική ιδιομορφία του ασθενούς.
Σε διαβητική νεφροπάθεια, η έναρξη και η μεταβολή της δόσης γίνεται με επιμονή και στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας και των ηλεκτρολυτών. Οι ασθενείς πρέπει να ακολουθούν τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού και να λαμβάνουν τακτικά αίμα για τον έλεγχο κρεατινίνης, καλίου και άλλων παραμέτρων.
14–21 ημέρες. Δωρεάν από €172,37 .
5–9 ημέρες. €25,86
−10% κατά την πληρωμή με κρυπτονόμισμα.
−10% σε όλες τις επαναλαμβανόμενες παραγγελίες.
Όλες οι παραγγελίες συσκευάζονται σε ουδέτερα, χωρίς σήμα κουτιά χωρίς όνομα προϊόντος εξωτερικά.
